που τρώει λάδι πορπατεί
στου Διγενή τα ζάλα
μα και στα χρόνια ξεπερνά
το γέρο Μαθουσάλα.

Προτού φανούν οι μηχανές,
τα δίχτυα όταν δεν ήσα,
ξάργησα που' χαν οι ελιές
και παιδωμή περίσια!

Οι άντρες βγαίνανε εκειά
και το γυναικολόι
έστρωναν κι εξέστρώνανε,
κάναν το ξυπολόι.

και σ''αλλους τόπους βγάνουσι
λάδι, κι εγώ θωρώ το
μα όχι σαν το κρητικό
που' ναι στον κόσμο πρώτο.

Μα το πολύ ξεθέωμα
ήτονε τω χτημάτω
απού ξεκατινίζουνταν
στσι γομαρές 'πο κάτω.

Το λάδι το ΄πεψε ο θεός 
να το'χομε αντιστύλι
για δυναμάρι στη ζωή
στον τάφο μας καντήλι.

Τα δέντρα τα κλαδεύανε 
άρα και που ή καθόλου
κι εθώργιες κλώνους πέντ' οργιές,
γκρεμίστρες του διαόλου!

Σαν έχω λάδι και κρασί 
και κρίθινοκουλούρα
γλεντώ σα να'μαι βασιλιάς
με την ασκομαντούρα

Είσοδος

Θυμήσου με
Facebook Login